Ένας κλινικός ψυχολόγος εξηγεί
γιατί η ικανότητα να θέτουμε όρια συνδέεται με τη διεκδίκηση των αναγκών μας και την προστασία του εαυτού μας
«Ναι» σε μία ακόμη χάρη που δεν θέλαμε να κάνουμε. «Ναι» σε μία πρόσκληση που θα προτιμούσαμε να αρνηθούμε. «Ναι» σε κάτι που δεν θέλουμε πραγματικά, αλλά το κάνουμε μόνο και μόνο για να μη δυσαρεστήσουμε τον άλλον. Για πολλούς ανθρώπους, ένα απλό «όχι» αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολο απ’ όσο ακούγεται.
Κι όμως, η ικανότητα να λέμε «όχι» όταν χρειάζεται αποτελεί, σύμφωνα με τον κλινικό ψυχολόγο Stephen A. Diamond, σημαντικό μέρος της έκφρασης των αναγκών μας και της διατήρησης υγιών προσωπικών ορίων.
Όπως εξηγεί με άρθρο του στο Psychology Today, άνθρωποι που δυσκολεύονται να αρνηθούν συχνά φοβούνται ότι θα πληγώσουν ή θα απογοητεύσουν τους άλλους. Μπορεί να προσπαθούν διαρκώς να είναι ευγενικοί, διαθέσιμοι και εξυπηρετικοί ή να αισθάνονται ενοχή και άγχος όταν επιχειρούν να θέσουν ένα όριο. Σε άλλες περιπτώσεις, κατά τον Stephen A. Diamond, η χαμηλή αυτοεκτίμηση μπορεί να κάνει κάποιον να αισθάνεται ότι δεν έχει καν το δικαίωμα να πει «όχι».
Μαθαίνουμε να λέμε «όχι» από παιδιά
Η ανάγκη να αρνηθούμε δεν εμφανίζεται ξαφνικά στην ενήλικη ζωή. Ο Stephen A. Diamond επισημαίνει ότι τα παιδιά αρχίζουν να χρησιμοποιούν έντονα το «όχι» περίπου μεταξύ 18 και 30 μηνών, σε μια περίοδο κατά την οποία αρχίζουν σταδιακά να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως ξεχωριστό άτομο, με δικές του επιθυμίες, ανάγκες, προτιμήσεις και θέληση.
Το παιδικό «όχι», επομένως, δεν αποτελεί απλώς πείσμα. Σύμφωνα με τον ψυχολόγο, είναι και ένας τρόπος με τον οποίο το παιδί δοκιμάζει τα όριά του, εκφράζει αυτό που θέλει και ανακαλύπτει πώς ανταποκρίνονται οι άλλοι στις επιθυμίες του.
Τι συμβαίνει, όμως, όταν αυτή η προσπάθεια του παιδιού να εκφράσει τη θέλησή του αντιμετωπίζεται συστηματικά με θυμό, τιμωρία ή ντροπή; Κατά τον Stephen A. Diamond, το παιδί μπορεί σταδιακά να μάθει ότι η άρνηση δεν είναι αποδεκτή και ότι, για να εξασφαλίσει αγάπη και επιδοκιμασία, πρέπει να συμμορφώνεται.
Αυτό το μοτίβο, όπως υποστηρίζει, μπορεί να ακολουθήσει έναν άνθρωπο και στην ενήλικη ζωή, δυσκολεύοντάς τον να εκφράσει άμεσα τι θέλει και, ίσως το σημαντικότητερο, τι δεν θέλει.
Το «όχι» δεν αφορά μόνο τους άλλους
Υπάρχουν, βέβαια, στιγμές κατά τις οποίες χρειάζεται να πούμε «όχι» και στον ίδιο μας τον εαυτό. Ο Stephen A. Diamond αναφέρει ότι μερικές φορές χρειάζεται να λέμε «όχι» και στον εαυτό μας, για παράδειγμα όταν προσπαθούμε να κόψουμε μια ανθυγιεινή συνήθεια ή να πετύχουμε έναν προσωπικό στόχο.
Για τον ψυχολόγο, τόσο το «ναι» όσο και το «όχι» αποτελούν τρόπους έκφρασης της προσωπικής μας βούλησης. Η ισορροπία δεν βρίσκεται στο να αρνούμαστε τα πάντα ούτε στο να συμφωνούμε με όλα, αλλά στην ικανότητα να αναγνωρίζουμε τι πραγματικά θέλουμε και να το εκφράζουμε με συνειδητό και εποικοδομητικό τρόπο.
Γιατί ένα «όχι» απαιτεί θάρρος
Το «ναι» είναι συχνά η ευκολότερη απάντηση. Το «όχι» μπορεί να προκαλέσει αντίδραση, απογοήτευση ή πίεση από τους γύρω μας. Οι άνθρωποι, παρατηρεί ψυχολόγος, δεν αποδέχονται πάντοτε εύκολα την άρνηση, ιδιαίτερα μέσα στις στενές προσωπικές και οικογενειακές σχέσεις.
Γι’ αυτό και θεωρεί ότι ένα ξεκάθαρο «όχι» μπορεί κάποιες φορές να απαιτεί σημαντική ψυχική δύναμη. Δεν πρόκειται απλώς για άρνηση. Μπορεί να αποτελεί δήλωση των ορίων, των αναγκών και των αξιών ενός ανθρώπου. Κατά τον Stephen A. Diamond, όταν κάποιος αδυνατεί συστηματικά να πει «όχι» ακόμη και όταν το έχει ανάγκη, μπορεί σταδιακά να υπονομεύει τον αυτοσεβασμό και την αίσθηση προσωπικής ελευθερίας του.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να μάθουμε απλώς να λέμε περισσότερο «όχι». Είναι να μπορούμε να λέμε «ναι» όταν το εννοούμε και «όχι» όταν το έχουμε πραγματικά ανάγκη.
Πηγή: ygeiamou.gr




